Στο κέντρο της Ελλάδας
Η πόλη του Βόλου βρίσκεται στο κέντρο της Ελλάδας, σε ίση σχεδόν απόσταση από τα δύο μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Χτισμένη στο μυχό του Παγασητικού κόλπου, στους πρόποδες του Πηλίου, είναι η μοναδική διέξοδος προς τη θάλασσα της μεγαλύτερης γεωργικής περιφέρειας της χώρας, της Θεσσαλίας. Το πολεοδομικό συγκρότημα του Βόλου με πληθυσμό 125.000 κατοίκους περίπου (απογραφή 2001), περιλαμβάνει κατά σειρά μεγέθους το Δήμο Βόλου με 82.439 κατοίκους, το Δήμο Νέας Ιωνίας με 31.929 κατοίκους, το Δήμο Ιωλκού και άλλες μικρότερες περιαστικές κοινότητες. Από 4.887 κατοίκους που είχε το 1881 όταν η Θεσσαλία προσαρτήθηκε στο ελληνικό κράτος, ο Βόλος μέσα σ' έναν αιώνα αύξησε τον πληθυσμό του κατά εικοσιπέντε φορές. Αξιοποιώντας τη βιοτεχνική τεχνογνωσία του Πηλίου, το εργατικό δυναμικό της Θεσσαλίας και επενδύσεις από τα μεγάλα κέντρα του Ελληνισμού, εξελίχθηκε σε σπουδαίο βιοτεχνικό και βιομηχανικό κέντρο με το τρίτο κατά σειρά μεγέθους λιμάνι της χώρας. Η οικονομία της πόλης στηρίζεται στη βιομηχανία, το εμπόριο, τη βιοτεχνία, τις υπηρεσίες, τον τουρισμό. Διαθέτοντας ένα νέο και σύγχρονο πανεπιστήμιο, μια ζωντανή καλλιτεχνική και πνευματική ζωή, μια πολλαπλότητα ψυχαγωγίας, ο Βόλος εξελίσσεται σ' ένα δυναμικό κέντρο της Ευρώπης.
Η παλαιά πόλη
Το κάστρο του Βόλου, στη σημερινή συνοικία Παλαιά στο δυτικό τομέα της πόλης, χτίστηκε στα μέσα του 6ου μ.Χ. αιώνα. Τον ίδιο καιρό ερήμωνε η κοντινή Δημητριάδα, μεγάλο και πολυάνθρωπο κέντρο της παλαιάς ναυπηγικής των κωπηλατών πλοίων, που είχε συνοικισθεί από το βασιλέα της Μακεδονίας Δημήτριο τον Πολιορκητή. Η νέα ναυπηγική με τα μικρά ιστιοφόρα αναπτυσσόταν σε πολλά σημεία του Παγασητικού κόλπου. Κυριαρχούσε πάλι η μικρή οικιστική κλίμακα, καθώς αναπτύσσονταν οι ορεινές κοινότητες του Πηλίου. Μια μικρή «σκάλα» στο νότιο μέρος του κάστρου ήταν αρκετή για τη διακίνηση των προϊόντων του θεσσαλικού κάμπου και του Πηλίου, ενώ το μικρό φρούριο, το «Καστρίν», ήταν αρκετό για την προστασία της «σκάλας» από τους νομάδες επιδρομείς. Το κάστρο πέρασε στη δικαιοδοσία των υστεροβυζαντινών Φεουδαρχών, των Καταλανών και τελικά των Οθωμανών, οπότε κι έπαψε να έχει τη χρήση του πολεμικού φρουρίου. Η τελευταία επίθεση που δέχθηκε ήταν από το βενετικό στόλο του Μοροζίνι το 1655. Από την εποχή αυτή η σημασία της σκάλας άρχισε να μεγαλώνει και με το χτίσιμο αποθηκών γύρω της να γίνεται λιμάνι, ενώ στην ανατολική πλευρά και έξω από το κάστρο αναπτυσσόταν μια συνοικία με κατοικίες των εμπόρων δημητριακών της Θεσσαλίας. Από τα μέσα του 19ου αιώνα με την οικοδόμηση της νέας πόλης του Βόλου, το Κάστρο άρχισε να υποβαθμίζεται. Στα τέλη του αιώνα γκρεμίστηκε η νότια και η βόρεια πλευρά του τείχους του και ο εσωτερικός λαβύρινθος της πολεοδομίας του ρυμοτομήθηκε.
Η νέα πόλη
Μετά το 1830 στη νοτιοανατολική παραλία του Κάστρου, οι βιοτέχνες κάτοικοι των κοινοτήτων του Πηλίου με νέους κατοίκους που ήρθαν από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος και από άλλα κέντρα του Ελληνισμού, άρχιζαν να χτίζουν μια νέα πόλη, με παράλληλες προς τη θάλασσα σειρές καταστημάτων, εργαστηρίων, κατοικιών. Εκεί εγκαταστάθηκαν σύντομα τα προξενεία των δυτικοευρωπαϊκών δυνάμεων. Η νέα πόλη, εξαιτίας της θέσης του λιμανιού της κοντά στη μεθόριο του ελληνικού κράτους, ακολούθησε σύντομα ανοδική πορεία με αυξανόμενη εμποροβιοτεχνική δραστηριότητα. Με την προσάρτηση της Θεσσαλίας και του Βόλου στο ελληνικό κράτος το 1881, ξεκινά μια νέα περίοδος άνθισης για την πόλη. Το λιμάνι που επεκτείνεται με νέες εγκαταστάσεις και ο σιδηρόδρομος που κατασκευάζεται, για να τη συνδέσει με τα κέντρα της θεσσαλικής ενδοχώρας, προσδίδουν στο Βόλο αυξημένη οικονομική δύναμη. Την οικονομική ανάπτυξη συνοδεύει αυξημένη οικοδομική και πολεοδομική δραστηριότητα, με μνημεία και κτίρια χαρακτηριστικά της εποχής, νεοκλασικά και «μόντερν στιλ». Μεγάλοι αρχιτέκτονες στόλισαν την πόλη με μεγαλοπρεπείς ναούς, τον Άγιο Νικόλαο, τη Μεταμόρφωση, τον Άγιο Κωνσταντίνο, που έδωσαν το όνομά τους σε αντίστοιχες συνοικίες. Ο σιδηροδρομικός σταθμός, οι μεγάλες αποθήκες, τα εργαστήρια και οι νεόδμητες βιομηχανίες εισάγουν μορφές βιομηχανικής αρχιτεκτονικής που κυριαρχούν στις πόλεις της κεντρικής και δυτικής Ευρώπης. Η οργάνωση της νέας πόλης προχώρησε με γρήγορους ρυθμούς και η τοπική βιοτεχνία εξελίχθηκε σε βιομηχανία με κύριες κατευθύνσεις τη μεταλλουργία, την υφαντουργία, την καπνοβιομηχανία, την κεραμουργεία. Μια μικρή σιδηροδρομική γραμμή ένωσε το Βόλο με τις κοινότητες του Πηλίου, για να φτάσει ως την ορεινή κοινότητα των Μηλεών. Σημαντικές επενδύσεις επέτρεψαν στις μεταλλουργίες του Βόλου να τροφοδοτήσουν με γεωργικά μηχανήματα τη Θεσσαλία, την Ελλάδα και τις βαλκανικές χώρες. Στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο πολλά άρματα μάχης προέρχονταν από τα εργοστάσια του Βόλου. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922, ο Βόλος δέχτηκε ένα μεγάλο ρεύμα προσφύγων που συνέβαλε σημαντικά στην πρόοδο της περιοχής. Στο μεσοπόλεμο, η βιομηχανία τσιμέντων ΟΛΥΜΠΟΣ εγκαταστάθηκε στα ανατολικά της πόλης και επέκτεινε προοδευτικά τη δραστηριότητά της σε διεθνές επίπεδο. Σταθμός στην εξέλιξη της πόλης υπήρξαν οι σεισμοί του 1955 που κατέστρεψαν τη μέχρι τότε αρχιτεκτονική μορφή του Βόλου και σήμαναν την απαρχή της σημερινής του πολεοδομικής φυσιογνωμίας. Η μεταπολεμική ανάπτυξη της πόλης συνδέεται με την ίδρυση της Βιομηχανικής Περιοχής (ΒΙ.ΠΕ.), την αναβάθμιση του λιμανιού και την ανάπτυξη του τουρισμού λόγω της γεωγραφικής θέσης του Βόλου στο επίκεντρο μιας ευρύτερης τουριστικής περιοχής (Πήλιο, Βόρειες Σποράδες, Εύβοια).
Πνευματική ζωή και καλλιτεχνική δημιουργία
Την οικονομική πρόοδο ακολούθησε μια μορφωτική και πνευματική εξέλιξη, ιδιαίτερα σημαντική για τα δεδομένα της εποχής, με την ίδρυση βιβλιοθηκών, πρότυπων σχολών, δημοτικού θεάτρου, εκδοτικών οργανισμών και την έκδοση περιοδικών και καθημερινών εφημερίδων. Συνεχίζοντας την παλαιά παράδοση ζωγραφικής διακόσμησης των εκκλησιών και αρχοντικών του Πηλίου, εργάστηκε εδώ από τα τέλη του 19ου αιώνα έως τη δεκαετία του 1930 ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος που φιλοτέχνησε πολλά έργα στο Βόλο και στο Πήλιο. Εδώ «ανακάλυψε» το Θεόφιλο το 1935 ο μοντέρνος ζωγράφος Γουναρόπουλος, ο ίδιος που ζωγράφισε το εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας, στην παραλία, έξω από το νοσοκομείο του Βόλου. Την εποχή που είχε πρωτοέρθει ο Θεόφιλος, γεννήθηκε στην πόλη και ένας άλλος μεγάλος ζωγράφος παγκόσμιας εμβέλειας, ο Georgio de Chirico. Υιός του διευθυντή των σιδηροδρόμων Θεσσαλίας, του Ιταλού μηχανικού Evaristo de Chirico που σχεδίασε και το περίφημο τρενάκι του Πηλίου, Ο Georgio πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Βόλο, όπου και ανακάλυψε μορφές και μυθολογικά στοιχεία που σφράγισαν το έργο του. Η προσφορά της ζωγραφικής παράδοσης στη ζωή της πόλης συνεχίζεται αμείωτη ως τις μέρες μας. Μεγάλοι ερμηνευτές και δημιουργοί του ελληνικού τραγουδιού έχουν άμεση σχέση με την πόλη του Βόλου, όπως ο Αττίκ, η Σοφία Βέμπο, ο Γιώργος Μητσάκης, ο Νίκος Γούναρης, ο Σώτος Παναγόπουλος, ο Αλέκος Πάντας, ο Φώτης Πολυμέρης και πολλοί άλλοι. Η μουσική παράδοση συνεχίζεται μέχρι σήμερα με παλαιά και νέα συγκροτήματα λαϊκής και μοντέρνας μουσικής και με κορυφαίους εκπροσώπους το Βαγγέλη Παπαθανασίου, τον Αλέξανδρο Μυράτ, τον Νίκο Πορτοκάλογλου και πολλά νέα ταλέντα που διεκδικούν σημαντικές θέσεις στο ελληνικό μουσικό στερέωμα.
Φωτογραφίες από τον Βόλο: